ευανάληπτος

εὐανάληπτος, -ον (ΑΜ)
μσν.
αυτός που λαμβάνει, δέχεται κάτι εύκολα, αυτός που είναι ικανός για κάτι, ο επιδεκτικός
αρχ.
1. αυτός τον οποίο μπορεί κάποιος να ανασύρει εύκολα
2. ιατρ. α) αυτός που επανορθώνεται εύκολα
β) (για μέλος τού σώματος που έχει υποστεί κάταγμα) αυτός που αποκαθίσταται εύκολα.
επίρρ...
εὐαναλήπτως
κατά τρόπο ευανάληπτο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -ανα-ληπτος (< ανα-λαμβάνω), πρβλ. δυσ-ανά-ληπτος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐαναλήπτως — εὐανάληπτος easy to recover adverbial εὐανάληπτος easy to recover masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐανάληπτον — εὐανάληπτος easy to recover masc/fem acc sg εὐανάληπτος easy to recover neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐανάληπτα — εὐανάληπτος easy to recover neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐανάληπτοι — εὐανάληπτος easy to recover masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.